Κουνούπια, Σκνίπες, Αλογόμυγες

 

Κουνούπια & αιμομυζητικά

Το κουνούπι είναι δίπτερο έντομο της οικογένειας Culicidae με 3.500 περίπου είδη ανά τον κόσμο. Στην Ελλάδα υπάρχουν τουλάχιστον 59 διαφορετικά είδη κουνουπιών που όμως δεν συναντιόνται όλα ταυτόχρονα.

Η οικογένεια Culicidae διαιρείται σε τρεις υποοικογένειες:

  1. Anophelinae, που περιλαμβάνει το γένος Anopheles, με είδη που μεταδίδουν την ελονοσία στους ανθρώπους.
  2. Culicinae, που περιλαμβάνει γένη όπως Aedes, Culex, Culiseta, Psorophora και Mansonia.
  3. Toxorhynchitinae, με είδη μη αιμομυζητικών κουνουπιών, των οποίων οι προνύμφες θεωρούνται ωφέλιμες καθώς είναι αρπακτικές και τρέφονται με προνύμφες άλλων κουνουπιών της οικογένειας Culicidae.

Βιολογία.                                  

Το αρσενικό κουνούπι έχει πιο πυκνά τριχωτές κεραίες σε σχέση με το θηλυκό. Τα κουνούπια τρέφονται κυρίως με νέκταρ ή γύρη, ωστόσο τα θηλυκά χρειάζονται και αίμα για να ωριμάσουν τα αυγά τους. Μετά από ένα γεύμα αίματος, το θηλυκό εναποθέτει τα αυγά του συνήθως στην επιφάνεια του νερού.

Από τα αυγά εκκολάπτονται οι προνύμφες, οι οποίες είναι υδρόβιες και τρέφονται με οργανικά υπολείμματα ή ακόμη και με άλλα έντομα. Διαθέτουν ειδικά αναπνευστικά συστήματα που τους επιτρέπουν να αναπνέουν τόσο μέσα όσο και έξω από το νερό. Στη συνέχεια περνούν στο στάδιο της νύμφης απ’ όπου τελικά εξέρχεται το ακμαίο έντομο.

Τα κουνούπια ερεθίζονται από κινήσεις, σωματική θερμοκρασία, υγρασία και διοξείδιο του άνθρακα και είναι πιο δραστήρια τις πρώτες πρωινές/νυχτερινές ώρες. Το θηλυκό τρυπά το δέρμα με ειδικές “καρφίτσες” και ρουφά αίμα μέσω της προβοσκίδας του, αφήνοντας ένα σάλιο που προκαλεί φαγούρα. Τα κουνούπια προτιμούν σκουρόχρωμα δέρματα.

 

 

Τα γένη

Ο ανωφελής – Anopheles sp.

Είναι ο φορέας που μεταδίδει την ελονοσία, την εγκεφαλίτιδα και τη φιλαρίαση. Τα ενήλικα άτομα έχουν μήκος σώματος περίπου 5 χιλιοστά και αναγνωρίζονται από τη χαρακτηριστική ευθεία στάση του σώματός τους, με την προβοσκίδα, το κεφάλι και το υπόλοιπο σώμα να βρίσκονται στην ίδια γραμμή. Επίσης, τα φτερά τους φέρουν μικρά σημάδια.

Όταν ένα θηλυκό Anopheles τσιμπήσει άτομο με ελονοσία, μαζί με το αίμα ρουφά και τον παράγοντα της νόσου, το πλασμώδιο. Μέσα στο σώμα του κουνουπιού, το μικρόβιο αυτό αναπτύσσεται και στη συνέχεια μεταφέρεται στους σιελογόνους αδένες. Έτσι, με ένα νέο τσίμπημα σε υγιές άτομο, το κουνούπι μεταδίδει τον παράγοντα της ελονοσίας μέσω του σάλιου του.

Το κουνούπι Anopheles έχει διάρκεια ζωής από 18 ημέρες έως 4-5 εβδομάδες περίπου.

Το κοινό κουνούπι Culex sp.

Το κουνούπι Culex πολλαπλασιάζεται σε στάσιμα και μολυσμένα νερά, καθώς και σε περιοχές με υψηλή υγρασία. Έχει χαρακτηριστική διακεκομμένη προβοσκίδα που σχηματίζει γωνία με το υπόλοιπο σώμα του προς τα κάτω. Τα φτερά του είναι ομοιόμορφου χρώματος. Το θηλυκό εναποθέτει τα αυγά του σε ομάδες 100 ή περισσότερων στην επιφάνεια του νερού, όπου και επιπλέουν.

Το κουνούπι Culex έχει διάρκεια ζωής 10-15 ημερών, αν και μπορεί να ζήσει περισσότερο υπό ψυχρές συνθήκες. Αποτελεί φορέα της εγκεφαλίτιδας, αν και τη μεταδίδει σχετικά δύσκολα. Στις τροπικές περιοχές μπορεί επίσης να μεταφέρει τη φιλαρίαση (παρασιτική ελεφαντίαση).

Το γένος αηδής Aedes sp.

Το κουνούπι του γένους Aedes μεταδίδει τον κίτρινο πυρετό καθώς και άλλες σοβαρές ασθένειες. Διακρίνεται από τα κοινά κουνούπια από το ασημένιο χρώμα στον θώρακά του.

Οι προνύμφες του Aedes είναι κοντόχοντρες, ενώ τα αβγά του έχουν την ικανότητα να αντέχουν εκτός νερού για αρκετό χρονικό διάστημα.

Το Aedes αναπαράγεται μετά από πλημμύρες, σε δεξαμενές με βρόχινο νερό ή σε αρμυρά έλη.

Η διάρκεια ζωής του είναι συνήθως σύντομη, 10-15 ημέρες, αν και υπό κατάλληλες ψυχρές κλιματικές συνθήκες μπορεί να ζήσει έως και μερικούς μήνες.

To κουνούπι Τίγρης – Aedes albopictus

Το Aedes albopictus είναι ίσως το πιο πολυσυζητημένο είδος κουνουπιού διεθνώς τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Επιτίθεται στους ανθρώπους κυρίως κατά τη διάρκεια της ημέρας, με αυξημένη δραστηριότητα τις ώρες λυκόφωτος. Τα θηλυκά προτιμούν να τσιμπούν στις περιοχές αστραγάλων και γονάτων και εκτός από ανθρώπους, τσιμπούν εύκολα και άλλα θηλαστικά καθώς και πτηνά.

Στην Ευρώπη εμφανίστηκε αρχικά στην Αλβανία το 1979, έπειτα στην Ιταλία το 1990 και τη Γαλλία το 1999. Στην Ελλάδα βρέθηκε πρώτη φορά το 2003 στην Κέρκυρα και Θεσπρωτία, ενώ το 2008 εντοπίστηκε και στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας. Έκτοτε έχει εξαπλωθεί ευρέως, συμπεριλαμβανομένης της Αττικής.

Το Aedes albopictus δεν είναι νέο είδος, ούτε το μοναδικό που μεταδίδει σοβαρές ασθένειες όπως ο δάγκειος πυρετός. Όμως, έχει αποδειχθεί φορέας πολλών παθογόνων όπως οι ιοί Chikungunya, Ιαπωνικής Εγκεφαλίτιδας, Δυτικού Νείλου, κίτρινου πυρετού, καθώς και νηματωδών που προκαλούν φιλαρίαση.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα, από ένα ενδημικό είδος της ΝΑ Ασίας έγινε ένα από τα πλέον επικίνδυνα κουνούπια παγκοσμίως, χάρη στην εκπληκτική ικανότητά του να εξαπλώνεται εύκολα σε νέους βιοτόπους και να μεταδίδει ασθένειες αυτών των περιοχών. Η κινητικότητά του με πτήση είναι περιορισμένη, γι’αυτό κύριος τρόπος διασποράς είναι η παθητική μεταφορά, π.χ. με το εμπόριο μεταχειρισμένων ελαστικών.

Ιός του Δυτικού Νείλου: Η πλειονότητα των ατόμων που μολύνονται με τον ιό του Δυτικού Νείλου παραμένουν ασυμπτωματικοί. Περίπου το 20% των μολυσμένων εμφανίζουν ήπια συμπτώματα γριπώδους συνδρομής. Λιγότεροι από 1% των κρουσμάτων παρουσιάζουν σοβαρότερες εκδηλώσεις που αφορούν το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, όπως εγκεφαλίτιδα, μηνιγγίτιδα ή οξεία χαλαρή παράλυση. Οι πιο σοβαρές περιπτώσεις εμφανίζονται συνήθως σε ηλικιωμένα άτομα και σε ασθενείς με κατεσταλμένο ανοσοποιητικό σύστημα.

 

Αντιμετώπιση& Καταπολέμηση  : Η καταπολέμηση των κουνουπιών δυστυχώς δεν είναι εύκολη. Απαιτούνται συνεχή ψεκασμοί με ακριβά και ανθεκτικά φάρμακα, χωρίς να έχουμε πάντα 100% αποτέλεσμα. Αυτό γιατί:

Τα φάρμακα που ψεκάζονται σε κατοικημένους χώρους ονομάζονται φάρμακα υγειονομικής σημασίας. Αυτά είτε διαλύονται αν πέσει νερό είτε διασπώνται αν τα χτυπάει ο ήλιος. Δεδομένου λοιπόν ότι τα κουνούπια επιβιώνουν και εναποθέτουν τ’ αυγά τους κυρίως σε ανοιχτούς χώρους (αυλές, κήπους, μπαλκόνια κτλ), ο ψεκασμός με εντομοκτόνα σε σημείο που πέφτει ο ήλιος ή και η βροχή, δεν θα διαρκέσει πολύ.

Τα έντομα δεν αναγνωρίζουν ιδιοκτησίες. Όσο καλό ψεκασμό και να έχουμε κάνει, αν ο διπλανός μας δεν προσπαθεί για τον έλεγχο τους, το πρόβλημα θα μειωθεί αισθητά αλλά δεν θα εξαλειφθεί.

Άρα λοιπόν η αντιμετώπιση των κουνουπιών θα πρέπει να είναι προληπτική, συνεχής και συλλογική.

Πρόληψη

Ένα σημαντικό μέτρο είναι ο εντοπισμός και η εξάλειψη των κρίσιμων σημείων όπου αναπτύσσονται οι πληθυσμοί κουνουπιών, είτε σε μικρή είτε σε μεγάλη κλίμακα. Αυτό περιλαμβάνει τον περιορισμό εστιών με στάσιμα νερά, από την κατάργηση πιάτων σε γλάστρες μέχρι και την αποξήρανση ελών ή λιμνών.

Επιπλέον, είναι απαραίτητη η αντιμετώπιση αποφράξεων στα αποχετευτικά δίκτυα και η επισκευή διαρροών νερού. Άλλα μέτρα είναι το μειωμένο πότισμα κήπων, τα κλαδέματα σε πυκνή βλάστηση, ο έλεγχος αυτοφυούς χλωρίδας και το συχνό κούρεμα χλοοτάπητων.

Τέλος, για την αποφυγή εισόδου κουνουπιών σε κτίρια, συνιστάται η τοποθέτηση σιτών σε πόρτες/παράθυρα, η χρήση αεροκουρτινών κλπ.

Προνυμφοκτονίες: Την άνοιξη, ξεκινάμε τις δειγματοληψίες στα στάσιμα νερά. Ο σκοπός είναι να καταπολεμήσουμε έγκαιρα τους πληθυσμούς, ώστε να μην αναπτυχθούν σε μεγάλες, ανεξέλεγκτες ποσότητες. Εάν εντοπιστούν προνύμφες σε μια συγκέντρωση, συνιστάται η εφαρμογή προνυμφοκτόνου ρυθμιστή ανάπτυξης στη συγκεκριμένη υδάτινη μάζα.

Ακμαιοκτονίες: Οι υπολειμματικοί ψεκασμοί δεν είναι αποτελεσματικοί. Αντί αυτών, συνιστώνται άμεσοι ψεκασμοί με πυρεθρίνες σε όλες τις επιφάνειες όπου συχνάζουν τα ακμαία έντομα. Ωστόσο, η χρήση τους δεν πρέπει να είναι ανεξέλεγκτη. Το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με ψεκασμούς ακμαιοκτόνων.

Σύλληψη – Παγίδευση Κουνουπιών: Ακόμη και αν λάβαμε όλα τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα και δεν έχουμε κουνούπια στον χώρο μας ή αν τα αντιμετωπίσαμε αποτελεσματικά με ψεκασμούς προνυμφοκτόνων και εντομοκτόνων, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να έρθουν κουνούπια από τις γειτονικές περιοχές.

Για να αντιμετωπίσουμε αυτό το ζήτημα, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ειδικές παγίδες για τη σύλληψη των κουνουπιών που θα εισέλθουν στον χώρο μας. Αυτή η μέθοδος αποτελεί συμπληρωματική λύση στα υπόλοιπα μέτρα.

Επιπλέον, κυκλοφορούν στο εμπόριο μικρές ή μεγάλες ηλεκτρικές συσκευές που εκπέμπουν διοξείδιο του άνθρακα (CO2) και χρησιμοποιούν ειδικό φωτισμό για την προσέλκυση και παγίδευση των κουνουπιών, παρουσιάζοντας καλά αποτελέσματα.

Απώθηση Κουνουπιών: Η τελευταία γραμμή άμυνας, όταν τα προηγούμενα μέτρα δεν ήταν επαρκή ή βρισκόμαστε εκτός του χώρου ευθύνης μας, είναι η χρήση απωθητικών ουσιών ή συσκευών για τα κουνούπια.

Στο εμπόριο κυκλοφορούν διάφοροι τύποι απωθητικών, όπως φιδάκια, ταμπλέτες για ηλεκτρικές συσκευές, συσκευές με υπερήχους ή ακτινοβολία, βραχιολάκια, ειδικοί λαμπτήρες και τέλος, σπρέι σκευάσματα για ψεκασμό στα γυμνά σημεία του δέρματός μας.

Φλεβοτόμοι – Σκνίπες, midges

Ανήκουν στην οικογένεια Ψυχοδίδες (Psychodidae) και υπάρχουν 700 είδη. Τα γένη Phlebotomus, Lutzomyia και Sergentomyia μυζούν αίμα από σπονδυλωτά και έχουν υγειονομική σημασία καθώς είναι πιθανοί ή αποδεδειγμένοι φορείς της λεισμανίασης.

Είναι μικρά έντομα, με μήκος έως 5 χιλιοστά, λεπτά με μακριά πόδια και τριχωτό σώμα. Οι πτέρυγές τους είναι λογχοειδείς και τα στοματικά τους μόρια είναι κοντά. Κατά την ανάπαυση, τοποθετούν τα φτερά τους υπό γωνία πάνω από την κοιλιά τους σχηματίζοντας ένα V.

Τα θηλυκά χρειάζονται απομύζηση αίματος για την ωρίμανση των αβγών τους, ενώ τα αρσενικά δεν τσιμπούν. Τσιμπούν κυρίως το σούρουπο και τη νύχτα, ενώ την ημέρα σε σκιερές και υγρές θέσεις. Η ακτίνα διασποράς τους από τις εστίες μπορεί να φτάσει μερικές εκατοντάδες μέτρα. Διαχειμάζουν στο στάδιο της προνύμφης 4ης γενεάς. Οι προνύμφες τρέφονται με διάφορες οργανικές ουσίες και ο βιολογικός τους κύκλος διαρκεί από 20 έως 40 ημέρες. Πριν από την απομύζηση αίματος, εκκρίνουν σάλιο πάνω στο δέρμα του ξενιστή, το οποίο περιέχει αντιπηκτικές ουσίες.

Οι σκνίπες αποτελούν φορείς σοβαρών ασθενειών όπως η λεϊσμανίαση, ο τριημερος πυρετός και η Bartonella bacilliformis (στη Νότια Αμερική).

Η λεϊσμανίαση, γνωστή και ως Καλά αζάρ, θεωρείται μία από τις πιο συχνές λοιμώδεις ασθένειες των σκύλων στην Ελλάδα. Οφείλεται στο παράσιτο Leishmania infantum, το οποίο μεταδίδεται στο σκύλο μέσω των θηλυκών σκνιπών. Συνήθως προσβάλλει ενήλικα σκυλιά ηλικίας άνω των 6 μηνών, ανεξαρτήτως φύλου ή ράτσας. Εκτός από τους σκύλους, η νόσος έχει εμφανιστεί και σε άλλα ζώα όπως άγρια σαρκοφάγα, πρόβατα, γάτες, τρωκτικά και τον άνθρωπο.

Τα συμπτώματα στους σκύλους περιλαμβάνουν πυρετό, απώλεια τριχώματος (ιδιαίτερα γύρω από τα μάτια), απώλεια βάρους, δερματικά έλκη, ανώμαλη ανάπτυξη νυχιών, αναιμία, αρθρίτιδα και νεφρική δυσλειτουργία που μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο. Οι διαθέσιμες θεραπείες βοηθούν μόνο στον έλεγχο των συμπτωμάτων και όχι στην πλήρη ίαση της ασθένειας.

Η αντιμετώπιση των σκνιπών επικεντρώνεται στην καταπολέμηση των ακμαίων, μέσω υπολειμματικών ψεκασμών επιφανειών, τοποθέτησης σιτών σε πόρτες και παράθυρα, χρήσης κουνουπιέρων, ανεμιστήρων, εντομοαπωθητικών χώρου και μέτρων ατομικής προστασίας.

Tabanidae (αλογόμυγες), Horseflies        

Οι αλογόμυγες ή νταβάνια ανήκουν στην Τάξη των Διπτέρων και στην οικογένεια Tabanidae. Είναι κοσμοπολίτικα έντομα, με πολλά γένη και 4.000 είδη παγκοσμίως. Στην υποοικογένεια Chrysopsinae ανήκει το γένος Chrysops, ενώ στην υποοικογένεια Tabanidae τα γένη Haematopota και Tabanus.

Περιγραφή: Έχουν μέτριο έως μεγάλο μέγεθος (6-30 χιλιοστά), με τα είδη του γένους Tabanus να είναι τα μεγαλύτερα και πιο δυνατά, με άνοιγμα πτερύγων έως 6,5 εκατοστά. Ο χρωματισμός τους ποικίλλει, συχνά με ρίγες. Οι κεραίες τους είναι κοντές και δυνατές με τρία άρθρα, χρήσιμες για την διάκριση των γενών.

Βιολογία: Τα θηλυκά τρέφονται με σακχαρούχες ουσίες και αναζητούν αίμα απομυζώντας ανθρώπους, θηλαστικά, αμφίβια, ερπετά και πουλιά για την ωοτοκία τους (100-1.000 αυγά) στην κάτω πλευρά φύλλων κ.α. αντικειμένων. Τα αυγά καλύπτονται με υδρόφοβη ουσία και οι προνύμφες πέφτουν στην λάσπη, αναγνωρίζοντας από τους προεξέχοντες δακτυλίους.

Σχέση με τον άνθρωπο: Το τσίμπημά τους είναι πολύ επώδυνο και ενοχλητικό για ανθρώπους και ζώα. Αποτελούν μηχανικούς φορείς ασθενειών των ζώων όπως άνθρακας, αναπλάσμωση, τουλαρεμία κ.α., ενώ στον άνθρωπο μεταφέρουν τον νηματώδη των οφθαλμών Loa loa (Chrysops).

Αντιμετώπιση: Η αντιμετώπισή τους είναι πολύ δύσκολη. Προτείνονται αποξηράνσεις ελωδών περιοχών, χρωματικές παγίδες προσέλκυσης και απωθητικά μέσα προστασίας με geraniol σε περιλαίμια για ανθρώπους και ζώα. Η καταπολέμηση των προνυμφών είναι δύσκολη καθώς πολλά είδη ζουν κάτω από την επιφάνεια του εδάφους.

Ξεκινήστε να πληκτρολογείτε και πατήστε Enter για αναζήτηση

Καλάθι Αγορών